Babel:
el Αυτός ο χρήστης έχει ως μητρική γλώσσα την Ελληνική.
de-2 Diese Person hat fortgeschrittene Deutschkenntnisse.
en-4 This user speaks English at a near-native level.
fr-3 Cette personne sait contribuer avec un niveau avancé de français.
grc-2 ῞Οδε ὁ χρώμενος τῇ ῾Ελληνικῇ γλώττῃ ἐπιεικῶς χρῆσθαι ἐπίσταται.


Εργαστήριο/Werkstatt